Αυτονομία Βορείου Ηπείρου (17.2.1914)


Τα τραγούδια του δασκάλου

 

             Ήρθε στη νέα του θέση ο κύριος επιθεωρητής κι είπε ο άνθρωπος να κάνει σωστά την δουλειά του. Ήξερε, πως όλα τα σχολεία του Πωγωνίου τον περίμεναν. Άρχισε από την πρώτη μέρα ν’ ανεβαίνει κορφές, να κατεβαίνει ράχες, να περνά ρεματιές, να προσπερνά κακοτοπιές και να πηγαίνει παντού. Στον δάσκαλο με το ένα παιδί, στον άλλον με τα τρία , με τα πέντε, με τα έξι, με τα δώδεκα. Πήγε στο Βασιλικό, στην Ρουψιά, στο Μολυβδοσκέπαστο, στο Δολό, σε όλα. Κι’ όταν κάθισε και μέτρησε τα χαρτιά του, έβλεπε, πως κάτι του ξέφευγε, κάτι του έλειπε. Κοίταξε – ξανακοίταξε και το βρήκε. Να καλέ, στην Ράχη δεν πήγε. Φώναξε τον βοηθό του.

             -Δημήτρη !  Αύριο φεύγω για την Ράχη. Θα λείψω όλη τη μέρα. Όπως βλέπω στο χάρτη πέφτει λίγο μακριά.

             Έσκασε στα γέλια ο Δημήτρης. Άκου καλέ, θα πάει και θα γυρίζει την ίδια μέρα από την Ράχη.

             -Αχ, κύριε επιθεωρητά μου, ξέρεις που βρίσκεται η Ράχη ; Ξέρεις πόσες κορφές, πόσες βουνοπλαγιές, πόσες χαράδρες θε να περάσεις, για να βρεθείς στην Ράχη ; Αν δεν μοιρίσει Άνοιξη, μην το τολμήσεις.

            - Μα τι λες Δημήτρη ; Θα αφήσω το σχολείο, τα παιδιά, τον δάσκαλο έναν χειμώνα χωρίς επίσκεψη ; Κι αν κάτι χρειάζονται ; Μονάχα πες μου, πως θα πάω, με τι μέσο.

             -Σας προειδοποιώ είναι δίπλα, σύρριζα στα Αλβανικά τα σύνορα. Ας έρθει η Άνοιξη και μαζί θα πάμε. Τώρα μονάχα με το μουλάρι του παπά μπορείς να πας. Αν σας το δώσει για τόσες μέρες. Μονάχα ο παπάς έχει τόσο γερό μουλάρι. Βλέπεις, νύχτα και μέρα, χειμώνα καλοκαίρι, πρέπει να προλάβει τόσα χωριά. Άσε τα απρόοπτα , αν κάποιοι τον ζητήσουν. Θα σου το δώσει όμως ;

*****

             Έδωσε ο παπάς το μουλάρι στον κύριο επιθεωρητή, πήρε στα χέρια του τον χάρτη και ξεκίνησε. Ρώτησε, ξαναρώτησε και κάποιο πρωί έφθασε στο χωριό, στη Ράχη. Τον πρώτο χωρικό, που βρήκε, τον ρώτησε κατά που πέφτει το σχολείο.

            -Ξενομερίτης θα είσαι, του είπε αυτός. Γιατί, όλοι σε τούτα τα μέρη, σε τούτα τα χωριά, ξέρουμε, πως τα σχολειά είναι χτισμένα δίπλα στις Εκκλησιές. Από τα χρόνια του Πατρο-Κοσμά μέχρι τα σήμερα, οι Εκκλησιές δίνουν οικόπεδα για να χτιστούν σχολειά. Τάχα δεν τόχεις ακουστά ; Όπου καμπαναριό, εκεί και το σχολειό. Κατάλαβες που θα το βρεις ;

            Ο επιθεωρητής κατάλαβε κι έσκυψε το κεφάλι. Πήρε, λοιπόν, το καλντερίμι κι έφθασε στο σχολείο. Μα το βρήκε κλειστό. Ούτε δάσκαλος ούτε παιδιά. Λες να μπέρδεψε τις μέρες ; Όχι ! Ούτε γιορτή ούτε Κυριακή έχουμε σήμερα. Να κάνει τόσον δρόμο και να μη βρει κανέναν. Ρώτησε μερικούς. Κανείς δεν ήξερε να τον πληροφορήσει για δάσκαλο και για παιδιά. Δεν τον χωρούσε ο τόπος. Είπε να ξαποστάσει λίγο και να σκεφτεί τον γυρισμό. Δεν πρόλαβε. Από μακριά ακούστηκαν τραγούδια, φωνές, γέλια και η σφυρίχτρα του δασκάλου. Κάτι του είπανε οι χωρικοί κι ο δάσκαλος τρεχάτος φτάνει στο σχολείο.

             Άλαλος αντικρίζει τον προϊστάμενό του. Κατάλαβε ποιος ήτανε και πόσο ζύγιζε αυτό για κείνον. Με κομμένη την ανάσα, με πικραμένη γλώσσα αρχίζει την απολογία.

            -Μα πάλι την έπαθα, πάλι την ίδια μέρα, πριν από χρόνο, ήρθε κι ο άλλος και δεν με βρήκε και τόγραψε στα χαρτιά του. Τι να σου πω κύριε προϊστάμενε ! Τ ίνά ομολογήσω. Άτυχος είμαι, δύσμοιρος. Αυτό να το πιστέψεις. Αχ η ψυχή μου, αυτή η ψυχή μου, που δεν μπορεί να κάνει πίσω.

             -Στάσου, δάσκαλέ μου. Πες μου που ήσουνα ; Που τα πήγες τα παιδιά ; Τι είναι σήμερα κι έκλεισες το σχολείο ; Πάμε μέσα να τα πούμε ήσυχα. Σχόλασε τα παιδιά. Κοντεύει να βραδυάσει.

             Πήγανε μέσα, καθίσανε δίπλα στην σόμπα. Και του δασκάλου και του επιθεωρητή τα πόδια έπρεπε να στεγνώσουν. Ο δάσκαλος πήρε βαθειά ανάσα κι άρχισε :

             - Ξέρεις, καμιά φορά με πιάνει το μεράκι. Με πιάνει η λαχτάρα να τραγουδήσω. Να τραγουδήσω Ελληνικά, για κείνους κει, τους σκλάβους πατριώτες, που βρίσκονται μέσα στην ζούγκλα των Αλβανών, μέσα στην Βόρειο Ήπειρο. Έτσι και σήμερα, πήρα τα εννιά παιδιά μου και ξεκινήσαμε για την ραχούλα του Άη –Λια. Ακριβώς εκεί, μέσα από τα σύρματα είναι ένα σχολείο. Πήρα πληροφορίες, πως πάνε σ’ αυτό πολλά Ελληνόπουλα. Πιάνουμε, που λέτε, την πλαγιά κι’ αρχίζουμε το τραγούδι. Το Ελληνικό, το κλέφτικο, το Ηπειρώτικο. Έχουμε και τον Δήμο, που παίζει στην φλογέρα του κάθε σκοπό Ελληνικό, κρατά από τον παππού του. Βάζω, λοιπόν, τα παιδιά και τραγουδούν δυνατά, πολύ δυνατά, μ’ όλη τους την καρδιά, όσα τραγούδια της Πατρίδας ξέρουν. Και θάμαθες, αλήθεια, πως τραγουδούν οι Ηπειρώτες.

            Μόλις μας βλέπουν τα σκλαβόπουλα με χιόνι, με βροχή, στέκονται ακίνητα ν’ ακολουθήσυν το τραγούδι μας. Και γω κάνω τούτες τις σκέψεις :

            Αν τα σύρματα, που είναι μπροστά μου, ήτανε βολετό να μπαίνανε πενήντα μέτρα παρά πέρα, τούτα τα κακόμοιρα δεν θάταν μαθητές μου ; Δεν θάμουν δάσκαλός τους ;Δεν θάχαν κάποιο μερδικό στις ώρες της διδαχής μου ; Μια μέρα στις δεκαπέντε, στις είκοσι να μην τους την χαρίζω ; Και πιο πολύ η σημερινή, 17 Φλεβάρη, που ψήφισαν τότε το 1914 την Αυτονόμησή τους ! Αχ να τα βλέπατε σήμερα, πως χτυπούσανε παλαμάκια, πως τρέχανε δάκρυα τα γλυκά τους ματάκια. Ακούνε την γλώσσα τους, ακούνε τους σκοπούς της φυλής τους. Αχ τα δόλια, τι ξύλο τρώνε από τον δάσκαλό τους ! Μα εκείνα εκεί, σαν τα ριζωμένα δέντρα, ασάλευτα περιμένουν, να ακούσουν ως το τέλος όλα τα τραγούδια και τον Εθνικό μας Ύμνο. Να τον λένε μαζί μας, καθαρά, δυνατά και τα χαστούκια των δασκάλων να πέφτουν βροχή. Τι λες, καλέ μου, μπορώ να σταματήσω να στέλνω τούτο το μήνυμα ; Τούτο το μεγάλο μήνυμα, πως κάποιοι νοιάζονται γι’ αυτούς τους σκλάβους ;   Και ξέρεις, δυό φορές κάνουμε την Εθνική γιορτή. Μια στο Ηρώο του χωριού και μια στην ραχούλα του Άη – Λια.

             Ο κύριος Επιθεωρητής δεν άντεξε άλλο. Σηκώθηκε κι έσφυξε στην αγκαλιά του τον δάσκαλο.

             -Δάσκαλέ μου !  Λεβέντη, δάσκαλέ μου. Ξεχασμένε ήρωα, στην μακρινή αυτή γωνιά. Για σένα έγραψε, πως δεν σε βρήκε στο καθήκον ο άλλος ;

             Άφησαν κι’ οι δυο τα δάκρυά τους ποτάμια να κυλήσουν. Χαλάλι ο κόπος του να φθάσει ως εδώ. Τόση συγκίνηση, τόση περηφάνια, όχι δεν ένοιωσε ως τώρα, για κανέναν δάσκαλο.

             Έκλαψαν ώρα πολλή. Και σαν απόσωσαν το κλάμα για την χαμένη Ήπειρο, είπαν να βάλουν μια βουκιά ψωμί στο στόμα.

             -Θάλεγα νάρθεις στο σπιτικό μου, κύριε προϊστάμενε, μα ντρέπομαι, γιατί είναι φτωχικό.

             -Θα είναι τιμή για μένα να ρθω στο σπίτι σου. Μα άκου, συνάδελφοι είμαστε, τ’ ακούς ;

****

             Καθαρό, πεντακάθαρο το σπίτι του δασκάλου. Κι’ ήρθαν αμέσως στη σκέψη του, όλες εκείνες οι αιτήσεις, που αντιμετώπιζε στο Γραφείο του, για μεταθέσεις, για καλοπέραση, για ατέλειωτες άδειες, για χίλια παράπονα. Και βρήκε εδώ, στα Αλβανικά τα σύνορα, αυτό το παλληκάρι να μη νοιάζεται για τίποτα, παρά το πως θα φέρει στα σκλαβόπουλα το Ελληνικό τραγούδι. Μήτε μετάθεση, μήτε προνόμια ζήτησε ποτέ, από κανέναν. Μείνανε αργά, μέχρι τα ξημερώματα να λένε και να λένε, πάνω στα καθαρά, μάλλινα στρωσίδια. Ο δάσκαλος, ο ξεχασμένος βρήκε κάποιον, που τον άκουγε μ’ αδελφική συμπόνια. Βρήκε κάποιον ν’ ανοίξει την ψυχή του.

             -Ξέρεις, συνάδελφε, όπως ζητάς να σ’ ονομάζω, είχα μεγάλα όνειρα και το μυαλό μου έκοβε, όπως μου λέγανε στα Γιάννενα. Μα εδώ στη Ράχη, ένοιωσα ταγός του γένους και της φυλής. Μ’ όλη τη δόξα και την ιεραρχία του κλάδου δεν αλλάζω τα τραγούδια στον Άη – Λια. Είμαι η φωνή της Ελλάδας στους σκλαβωμένους. Δεν θα μπορέσω να ζήσω αλλού, χωρίς να τραγουδώ για τα σκλαβόπουλα.

             -Δάσκαλε, αϊτέ της Ηπείρου, φλογέρα του Κρυστάλλη, λεβέντη της φυλής, τραγούδα, τραγούδα, δυνατά και συ και τα παιδιά σου. Τραγούδα, για τους σκλάβους, για τους δύστυχους. Σκόρπα σ’ αυτούς παλμό από τον παλμό σου, κουράγιο απ’ το κουράγιο σου, ψυχή απ’ την ψυχή σου. Τραγούδα, δάσκαλε.

             Αύριο δεν θάρθω στο μάθημα. Δεν μπορώ να κατεβώ απ’ τα ύψη που μ’ ανέβασες. Μα σ’ ένα μήνα θα ξανάρθω. Τότε θα μείνω όλες τις ώρες μαζί σου στο σχολείο. Και ξέρω εγώ τι θα γράψω στα χαρτιά μου. Κι’ όταν τελειώσουμε, θα πάρουμε τα παιδιά και τον Δήμο με την φλογέρα και θα πάμε μαζί στην ραχούλα του Άη-Λια. Ξέρεις, έχω και γω δυνατή φωνή, δάσκαλε. Θα πάμε να τραγουδήσουμε τραγούδια, να τ’ ακούσουν οι σκλάβοι.

             -Θα περιμένω. Όλοι θα περιμένουμε. Όλοι μαζί θα πάμε. Θα πάρουμε και όργανα, βιολιά, νταούλια.

****

            Πήρε τον δρόμο του γυρισμού ο επιθεωρητής. Από τότε, κάθε φορά, που διηγιέται την ιστορία με τα τραγούδια του δασκάλου της Ράχης, μέχρι τα σήμερα ο επιθεωρητής, ο Παναγιώτης ο Σαργιάννος, τα μάτια του βουρκώνουν και τρέχουν ποτάμι τα δάκρυα.

            Και γω, η δόλια, τ’ άκουσα με τ’ αυτιά μου.

 

Φανή Μήτσου - Θεοδωρίδου

Από το βιβλίο της «Αναμνήσεις και βιώματα».

Θεσσαλονίκη 1988.

 

17  ΦΛΕΒΑΡΗ  1914

 

Η μέρα σβήνει που ήταν ήλιος

κι ανάδησε τη σκλάβα γη

μέσα στα χιόνια του Φλεβάρη

της Λευτεριάς αναπνοή.

 

Σβει της Χειμάρρας το τραγούδι,

σβήνει η γιορτή της Κορυτσάς·

τους νικητές αλυσοδένουν

δολοφονούν τη λευτεριά.

 

Αίμα του Δρίνου το ποτάμι

απ’ της καρδιάς μας την πληγή

παίρνει και λέει την ιστορία

που ’γράψαν οι Έλληνες μαζί.

 

Κι ένα παιδάκι πούχει κλάψει

στις όχθες μόνο τριγυρνά,

χάρτινα ρίχνει καραβάκια

και γράφει πάνω ΛΕΥΤΕΡΙΑ.

 

Σβει της Χειμάρρας το τραγούδι,

σβήνει η γιορτή της Κορυτσάς·

ένας λαός αργοπεθαίνει

στα Ηπειρωτικά βουνά.

 

Σαν έρθει η μέρα του Φλεβάρη

του σκλάβου η δόξα ξαναζεί

κι όλα τ’ αστέρια βουρκωμένα

παρακαλούν γι’ αυτή τη γη.

 

 

Στίχοι:  Έλλη Β. Μαρίνου

Μουσική : Δημ. Χρ. Καλλέργη

από την Κασσέτα της ΣΦΕΒΑ Λευτεριάς Μηνύματα (Νο 12)

 





Είσοδος μελών:
  
ΜΝΗΜΗ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΜΠΑΜΠΟΥΛΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΠΟΜΠΟΣΤΙΤΣΑ ΚΟΡΥΤΣΑΣ
Αγρυπνία στη Θεσσαλονίκη 19 Ιουνίου 2019
'Ενας χρόνος από την επαίσχυντη και προδοτική συμφωνία των Πρεσπών
Ποιοι νόμοι, ποια δίκαια;
Το διαχρονικό ΨΗΦΙΣΜΑ της ΟΜΟΝΟΙΑΣ του 1993 για τα δικαιώματα στη Β. Ήπειρο