26 χρόνια στο πάνθεο της αθανασίας
Στα πρόθυρα της Πρωτοχρονιάς, 31 Δεκεμβρίου 1999, απεβίωσε ο Παναγιώτης Μάρτος, ο Πρόεδρος της Ομόνοιας Παραρτήματος Δελβίνου, ένας εκ των πέντε ηγετών της ΟΜΟΝΟΙΑΣ, που συνελήφθησαν και δικάστηκαν με την περίφημη δίκη των Τιράνων το 1994.
Παραθέτομε ένα απόσπασμα από το βιβλίο «Το κουλιακόπουλο», του Βαγγέλη Παπαχρήστου, όπου αναφέρεται στον αείμνηστο Παναγιώτη Μάρτο.
…Σαν ολοκληρώθηκαν οι ανακρίσεις και άρχισε η δίκη, μας μετέφεραν στην κεντρική φυλακή της πρωτεύουσας, μαζί με άλλους συγκρατούμενους. Αφού γνωρίζεσαι με τους άλλους κρατούμενους του κελιού (όνομα, διεύθυνση, αιτίες κράτησης...), είναι η σειρά να γνωρίσεις και το ίδιο το κελί. Διαστάσεις, φεγγίτη, τοίχους, πάτωμα... Θα διαβάσεις ονόματα και διευθύνσεις, χαραγμένα στο πάτωμα ή στους τοίχους με κάποια καρφίτσα, χρονολογία σύλληψης κι άλλα τέτοια. Κοιτάζοντάς τα τόσες φορές τα απομνημονεύεις.
Στο κελί με αριθμό 46, στην αριστερή πλευρά, ζωγραφισμένο ένα τζαμί. Στην άλλη πλευρά μια εκκλησία. Στο κελί με αριθμό 1, στην ανατολική πλευρά, η φωτογραφία της Παναγιάς και του Χριστού. Στην άλλη πλευρά ένα τζαμί. Οι κρατούμενοι Ορθόδοξοι, Καθολικοί ή Οθωμανοί λατρεύουν κάποιο χώρο, κάποιο πρόσωπο. Όλοι τους, όμως, απευθύνονται στον ίδιον Κύριον: «Ω Θεέ μου! Είμαστε πλάσματά σου. Βοήθησέ μας!».
Ο Παναγιώτης εγκαταστάθηκε στο κελί 55. Τον «φιλοξένησαν» παραχωρώντας του το μέρος στη γωνία του κελιού, κοντά στην πόρτα. Όταν ξάπλωσε κι ερεύνησε όλο το κελί, το βλέμμα του στάθηκε λίγες πιθαμές πάνω απ' το κεφάλι του. Στον τοίχο χαραγμένα γράμματα. Σηκώθηκε και τα διάβασε. Ήταν ελληνικά. Δεν πίστευε στα μάτια του. Τα ’τριψε. Τα ματάτριψε. Το ίδιο όνομα: ΜΙΧΟΣ ΜΑΡΤΟΣ 1951. Ήταν το όνομα του πατέρα του. Σ' αυτό το κελί, σ’ αυτό το μέρος, για τρεισήμισι χρόνια έμεινε ο πατέρας του. Δεκαεννιά χρόνια έμεινε στη φυλακή. Δύο φορές τον καταδίκασαν σε θάνατο. Δύο φορές γλίτωσε.
Φορές φορές ο Παναγιώτης κοιτούσε με πόνο αυτά τα γράμματα. Τα χάιδευε με το χέρι του. Του φαινόταν πως χάιδευε τον ίδιο τον πατέρα του.
«Καημένε πατερούλη μου. Τι διάβολο, την ίδια τύχη έχουμε;…»
Μέσα από τα γράμματα, μέσα από το όνομα ερχόταν η απάντηση: «Ναι παιδί μου. Την ίδια τύχη έχουμε. Την ίδια μοίρα θ' αντιμετωπίσουμε. Κρατήσου γερά. Όπως ο πατέρας σου. Όπως οι δεκάδες κι εκατοντάδες του ίδιου σκοπού κι οράματος. Ο Θεός μαζί σου!..»
Πέντε μέρες έμεινε ο Παναγιώτης σ' αυτό το κελί. Δίπλα με τον ίσκιο του. Με το όνομά του. Με τον «πατέρα» του.
Την άλλη μέρα τον «χώρισαν» από τον πατέρα του.
Είχε τρελαθεί. Τον είχαν τρελάνει.



Login
Αναζήτηση
Υπενθύμιση κωδικού